Αυγ 1 2011

Διαμόρφωση συνείδησης για τη συνείδηση των μη ανθρώπινων ζώων

εισηγητικό κείμενο από την πρώτη τριήμερη αντισπισιστική συνάντηση (Αύγουστος 2011, Κρήτη) στη συζήτηση με θέμα την επιστημονική και φιλοσοφική προσέγγιση της συνείδησης των μη ανθρώπινων ζώων, και του πως αυτή επηρεάζει τη διαμόρφωση της δικής μας «συνείδησης» για τα άλλα είδη.

Προφανώς για κανέναν από εμάς εδώ δεν παίζει ρόλο αν τα άλλα είδη έχουν συνείδηση παρόμοια με τη δική μας στην απόφασή μας να μην τα εκμεταλλευόμαστε, να μην τα τρώμε, φοράμε, βασανίζουμε, σκοτώνουμε. Προφανώς το κριτήριο μας δεν είναι, όπως από το 1789 είπε ο Jeremy Bentham, αν μπορούν να σκεφτούν λογικά, η αν μπορούν να μιλήσουν, αλλά αν υποφέρουν. Ζούμε όμως σε μια κοινωνία σπισιστών, και πιστεύουμε ότι ένας από τους λόγους που συναντιόμαστε εδώ είναι ότι προσπαθούμε να σταματήσουμε τα δεινά που αυτή επιβάλει. Το ζήτημα της συνείδησης των μη ανθρώπινων ζώων και του πως προσεγγίζεται από την επιστήμη έχει κεντρική σημασία σε αυτήν την κρίσιμη προσπάθεια.

ΣΠΙΣΙΜΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Υπάρχουν δύο είδη σπισισμού ως προς την εφαρμογή ηθικών κριτηρίων. Στον άμεσο σπισισμό, που είναι και πιο σπάνιος, μόνο και μόνο ότι κάποιο έμβιο ον ανήκει σε διαφορετικό είδος από το ανθρώπινο φτάνει για να το βγάλει από τη σφαίρα της ηθικής. Ο πόνος, ο φόβος και η κακοποίηση των περισσότερων ειδών απλώς δεν έχει σημασία για τον άμεσο σπισιστή. Στον έμμεσο, το ότι κάποιος ανήκει σε άλλο είδος δεν αρκεί από μόνο του για να δικαιολογήσει την ηθική διάκριση. Αυτή προκύπτει από τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα είδη, π.χ. από την ικανότητα σκέψης, γλώσσας, συνείδησης. Σε αναλογία με τον σεξισμό ο άμεσος σπισιστής θα έδινε κάποια δουλειά μόνο σε άντρες απλά και μόνο επειδή είναι άντρες, ενώ ο έμμεσος, επειδή κάποιες δουλειές απαιτούν παραδοσιακά αντρικά χαρακτηριστικά και όχι γυναικεία, π.χ. ηγετική ικανότητα. Η σημασία των χαρακτηριστικών αυτών είναι βαθιά εμποτισμένη στην αντίληψη μας για τη θέση μας στον κόσμο, στην καθημερινή μας ζωή, στην επιστημονική σκέψη και πολύ βολικά εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα των βιομηχανιών θανάτου.

Αν και από τον Ντεκάρτ που παρουσιάζει τα μη ανθρώπινα ζώα ως μηχανές και τον Αριστοτέλη κατά τον οποίο στερούνται λόγου και σκέψης έχουμε προχωρήσει πάρα πολύ, η μελέτη της συνείδησης εξακολουθεί να δοκιμάζει τα όρια της γνώσης και της επιστημονικής μεθοδολογίας. Συγκριτικοί ψυχολόγοι και ηθολόγοι από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα διεξάγουν πρωτοπόρες έρευνες αναζητώντας ομοιότητες στις γνωστικές και συμπεριφορικές λειτουργίες μεταξύ ανθρώπινων και μη ανθρώπινων ζώων, ενώ αντίστοιχες ομοιότητες σε βιοχημικό και λειτουργικό επίπεδο αναζητούν και βρίσκουν νευροψυχολόγοι. Το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στη μελέτη νοητικών λειτουργιών, στην αντίληψη, τη μάθηση, την κατηγοριοποίηση, τη μνήμη, την επικοινωνία, την γλώσσα, την κοινωνική νόηση (social cognition), την θεωρία του νου, τον αιτιακό μηχανισμό σκέψης, την μεταγνώση. Λίγες μόνο μελέτες αφορούν τη μελέτη στο πεδίο. Οι έρευνες στην πλειοψηφία τους αφορούν εργαστηριακά πειράματα. Έτσι στο βωμό της επιστημονικής περιέργειας ένας τεράστιος αριθμός μη ανθρώπινων ζώων αιχμαλωτίζεται, βασανίζεται, και τεμαχίζεται, ενώ ζωολογικοί κήποι βρίσκουν ως άλλοθι για την αιχμαλωσία τη συμβολή τους σε έρευνες με στόχο την ευημερία και προστασία των μη ανθρώπινων ζώων.

H Κόκο, ο θηλυκός γορίλας, διδάσκεται νοηματική και μπορεί να συνδυάζει αρκετές εκατοντάδες νοήματα εκφράζοντας εντολές, ανάγκες ακόμα και τα συναισθήματά της. Εκφράζει την αγάπη της για το γατάκι της και πενθεί όταν πεθαίνει. Η Washoe, ένας θηλυκός χιμπατζής, επικοινωνεί με τους ερευνητές με παρόμοιο τρόπο. Περιστέρια μπορούν να χωρίσουν αντικείμενα σε κατηγορίες ανάλογα με το χρώμα και το σχήμα τους, χταπόδια μαθαίνουν με εξαιρετική ταχύτητα να βγαίνουν από λαβύρινθους, χιμπατζήδες βρίσκουν λύσεις σε πρωτόγνωρες δοκιμασίες. Έξω από το εργαστήριο ρινοδέλφινα δημιουργούν ένα μοναδικό σφύριγμα, που χρησιμοποιούν όπως εμείς το όνομά μας και ελέφαντες πενθούν τους νεκρούς τους.

ΕΙΔΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Κι ενώ θα πίστευε κανείς ότι όλα αυτά αποτελούν απόδειξη για την συνείδηση των μη ανθρώπινων ζώων, η πραγματικότητα των επιστημονικών κύκλων είναι διαφορετική. Ο κανόνας του συγκριτικού ψυχολόγου Morgan, υποστηρικτή της θεωρίας του Δαρβίνου, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ερμηνεύεται μια συμπεριφορά ενός ζώου με όρους ανώτερων ψυχολογικών λειτουργιών, αν μπορεί επαρκώς να ερμηνευτεί με εξελικτικά κατώτερου όρους, κατευθύνει μέχρι σήμερα την ερμηνεία της συμπεριφοράς ανθρώπινων και μη ζώων. Όμως η λέξη «επαρκώς» (fairly) προκαλεί και αφήνει περιθώρια για διαφωνίες. Όταν εγώ βλέπω ένα ζώο που φοβάται, κάποιος άλλος μπορεί να με κατηγορήσει για ανθρωπομορφισμό, και να πει ότι το ζώο κρύβεται γιατί έμαθε ότι έτσι μπορεί να γλιτώσει, κάτι σαν αποτέλεσμα εξαρτημένης μάθησης, λίγο πιο πολύπλοκο από την περίπτωση του σκύλου του Pavloff. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι ο κανόνας αυτός βοηθά στο να αποφεύγεται ο ανθρωπομορφισμός, δεν είναι απόλυτος, και μετά από κάποιο σημείο δεν είναι επαρκής. Σε ότι αφορά τη συνείδηση δεν είναι απίθανο η εφαρμογή του να αποκλείει ταυτόχρονα κρίσιμα εργαλεία για την κατανόησή της, όπως αυτό της ενσυναίσθησης.

Τόσο η καθημερινή όσο και η επιστημονική σκέψη είναι διατεθειμένες να αποδώσουν απλές μορφές συνείδησης σε όλα τα έμβια όντα. Η κύρια διαμάχη αφορά τις πιο σύνθετες μορφές. Δύο είδη για τα οποία υπάρχει σύγκλιση απόψεων είναι η συνείδηση που έχει ένα ον είναι ξύπνιο αντί να κοιμάται, ή να βρίσκεται σε κώμα, και η έννοια της συνείδησης που ενυπάρχει στη βασική ικανότητα των οργανισμών να αντιλαμβάνονται και να αντιδρούν σε επιλεγμένα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός τους. Δύσκολα μπορεί σήμερα να αμφισβητηθεί ότι η πλειοψηφία των ζωντανών οργανισμών διαθέτουν αυτές τις δύο μορφές συνείδησης.

Λιγότερο αποδεκτή είναι η απόδοση της «συνείδησης πρόσβασης», η συνείδηση που συνδέεται με τη λογική. Έτσι ονομάζει ο Ned Block την ικανότητα ενός οργανισμού να αποθηκεύει και να ανακαλεί νοητικές αναπαραστάσεις για να τις χρησιμοποιήσει στους μηχανισμούς μνήμης, στην αντιληπτική κατηγοριοποίηση, στη λήψη αποφάσεων, στο σχεδιασμό, στην εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων, στην εκούσια επικέντρωση της προσοχής και γενικότερα στον ορθολογικό έλεγχο της συμπεριφοράς και του λόγου. Παρατηρήσεις της φυσικής συμπεριφοράς ζώων στο περιβάλλον τους, χωρίς την αιχμαλωσία και την ιδρυματοποίηση του εργαστηρίου, καταγράφουν μέλισσες να δείχνουν «χορεύοντας» στις υπόλοιπες το δρόμο για την πηγή τροφής, κόκκινα ελάφια να ψηφίζουν για το πότε θα μετακινηθεί η ομάδα με το να σταθούν όρθια, και γορίλλες να ψηφίζουν για το ίδιο θέμα φωνάζοντας.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ανθρώπινων και μη ζώων φαίνεται τελικά να χαράζεται σε ότι αφορά δύο άλλες μορφές, στην αυτοσυνειδησία και στην φαινομενική συνείδηση. Η αυτοσυνειδησία είναι η αίσθηση του εαυτού ως ξεχωριστή οντότητα, η ικανότητα να σκεφτόμαστε πάνω στις σκέψεις μας και να τις διαχωρίζουμε από αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι άλλοι. Η πιο γνωστή δοκιμασία είναι το τεστ του καθρέφτη του Gordon Gallup. Σε μια παραλλαγή ενός πειράματος του Δαρβίνου, ερευνητές σημαδεύουν με μπογιά δύο σημεία των αιχμάλωτων ζώων ενώ κοιμούνται ή είναι ναρκωμένα. Στη συνέχεια τοποθετούν μπροστά τους ένα καθρέφτη ώστε να βλέπουν το είδωλό τους. Αν τα ζώα αρχίσουν αμέσως να ακουμπούν τα σημαδεμένα σημεία, τότε αυτό αποτελεί ένδειξη τουλάχιστον ότι έχουν επίγνωση του εαυτού τους. Οι περισσότεροι ερευνητές της θεωρίας του νου συμπεραίνουν ότι χιμπατζήδες, ουραγκοτάγκοι και δελφίνια περνούν το τεστ, ενώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα για τα περιστέρια, τα γουρούνια και άλλα είδη. Γιατί όμως το να μην περάσει το τεστ ένα ζώο αποδεικνύει ότι δεν έχει επίγνωση του εαυτού του και όχι ότι το τεστ είναι ακατάλληλο για το συγκεκριμένο είδος; Το γεγονός ότι δεν συμπεριφέρονται με τον απαιτούμενο τρόπο απέναντι στο είδωλό τους μπορεί πολύ απλά να σχετίζεται με το ότι ένα μη ανθρώπινο ζώο δεν έχει κανένα λόγο να ξέρει ή να καταλαβαίνει πως χρησιμοποιείται ένας καθρέφτης, κάτι που ούτε ο άνθρωπος μπορεί να κάνει μέχρι την ηλικία των 18 μηνών.

ΤΟ «ΔΥΣΚΟΛΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ»

Το λεγόμενο «δύσκολο πρόβλημα» της συνείδησης, όπως το ονόμασε ο Αυστραλός φιλόσοφος David Chalmers, είναι αυτό της φαινομενικής συνείδησης, δηλαδή της υποκειμενικής άποψης της εμπειρίας. Ο όρος αναφέρεται αποκλειστικά στη συνειδητή εμπειρία των εξωτερικών ερεθισμάτων που ενεργοποιούν τις αισθήσεις. Αυτές οι συνειδητές εμπειρίες ονομάζονται φαινόμενες ποιότητες ή qualia και είναι ανεξάρτητες από την συμπεριφορική αντίδραση, είναι η εμπειρία του κόκκινου της ντομάτας, της υφής της άμμου, της γεύσης του γλυκού, της μυρωδιάς του γιασεμιού. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι φαινόμενες ποιότητες αποτελούν ένα είδος νοητικού περιεχομένου που δεν αφορά τον εξωτερικό κόσμο αλλά την ίδια την εμπειρία του υποκειμένου. Ένας τρόπος να αναδείξουμε το πρόβλημα είναι αν σκεφτούμε έναν εκ γενετής τυφλό. Ας υποθέσουμε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ένας επιστήμονας που γνωρίζει τα πάντα για την οπτική του φωτός και τη νευροφυσιολογία της όρασης. Το πρόβλημα με τα qualia ή το πρόβλημα της συνείδησης είναι ότι, παρά τις γνώσεις του, ο τυφλός επιστήμονας δεν μπορεί να γνωρίζει πώς είναι να βλέπει κόκκινο. Αυτό το «πώς είναι να βλέπει κόκκινο» αποτελεί ένα είδος φαινόμενων ποιοτήτων το οποίο δεν μπορεί να μετρηθεί και να περιγραφεί με τη γλώσσα της επιστήμης.

Από το 1974 ο Nagel στο δοκίμιο του με τίτλο «πώς είναι να είναι κανείς νυχτερίδα» αμφισβητεί την ικανότητα μας να κατανοήσουμε, περιγράψουμε ή να φανταστούμε πώς είναι να είσαι κάποιος άλλος, όμως υποστηρίζει ότι αυτή η αίσθηση είναι υπαρκτή. Σίγουρα η μελέτη μιας τόσο υποκειμενικής εμπειρίας είναι δύσκολη υπόθεση. Μόνο εγώ έχω πρόσβαση στα αισθητηριακές μου αντιλήψεις, στα «qualia», στον εσωτερικό μου κόσμο, στην αυτοσυνειδησία και αυτεπίγνωσή μου και μόνο εγώ μπορώ λεκτικά ή με μη λεκτικό τρόπο να μεταδώσω σε άλλο πρόσωπο τι νοιώθω, στηριζόμενος στην πεποίθησή μου ότι και εκείνο μου μοιάζει, είναι σαν και εμένα, και γι’ αυτό μπορεί να κατανοήσει τις καταστάσεις αυτές, επειδή και εκείνο βιώνει παρόμοιες καταστάσεις και εμπειρίες.

Ακριβώς λόγω της υποκειμενικότητας της η φαινομενική συνείδηση απαξιώνεται ως αντικείμενο έξω από το πεδίο της επιστημονικής μελέτης και παρουσιάζεται ως επιφαινόμενο βιοχημικών διεργασιών, ένα φαινόμενο δηλαδή που τις συνοδεύει χωρίς να έχει κάποιο ουσιαστικό ρόλο. Το γεγονός ότι έχουν προταθεί περίπου 30 διαφορετικά νευρωνικά φαινόμενα που συνδέονται με τη συνείδηση και δεν έχει εντοπιστεί με σαφήνεια σε συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου επίσης δεν βοηθά στη δημιουργία μιας ξεκάθαρης εικόνας. Η επιστήμη όμως αναζητά μία αντικειμενική αλήθεια και μέχρι τώρα αδυνατεί να χωρέσει την υποκειμενική φύση της συνείδησης. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι δύσκολο για ερευνητές όπως ο JustinSytsma γιατί η φαινομενική συνείδηση μπορεί απλώς να μην υπάρχει. Όμως αυτή είναι και η εξουσία της επιστήμης: όταν κάτι κατατάσσεται εκτός της σφαίρας της θεωρείται και αναληθές.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΑΛΛΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Από την άλλη υποστηρικτές του εξελικτικού ρόλου της συνείδησης μιλούν για μια λειτουργία η οποία δεν μπορεί να ξεπήδησε ξαφνικά στο ανθρώπινο είδος.Σύμφωνα με την MarianDawkins, σε αντίθεση με τις πολύπλοκες νοητικές λειτουργίες που μελετώνται ως προϋπόθεση της συνείδησης, δεν χρειάζεται πολύ μεγάλη νοητική προσπάθεια για να αισθανθείς πόνο ή φόβο, κι όμως είναι κρίσιμης σημασίας για την επιβίωση. Μπορεί να μας πονάει το κεφάλι μας ή να φοβόμαστε να πετάξουμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τις αιτίες ή τον μηχανισμό πίσω από το φόβο. Αυτό όμως δεν περιορίζει την ποιότητα της εμπειρίας. Μπορεί αντίθετα να προσπαθούμε με τη λογική να σταματήσουμε ένα βασικό συναίσθημα όπως ο φόβος και όμως να μην τα καταφέρνουμε. Αν η συνείδηση σχετίζεται με το συναίσθημα, τότε μήπως μπορούμε να την αναζητήσουμε σε μια ευρύτερη ομάδα μη ανθρώπινων ζώων πέρα από όσα θεωρούνται ιδιαιτέρως έξυπνα; Μήπως η συνείδηση είναι πιο παλιά στον εξελικτικό χρόνο από την ικανότητα διαμόρφωσης εννοιών και την γλώσσα?

Πειράματα που αφορούν τα συναισθήματα των μη ανθρώπινων ζώων αποδεικνύουν ότι τα μη ανθρώπινα ζώα μπροστά σε μια απειλή εκκρίνουν ορμόνες που συσχετίζονται με το φόβο ή το άγχος στους ανθρώπους. Οι ερευνητές καταλήγουν στο ότι με αυτόν τον τρόπο το σώμα ετοιμάζεται για δράση, είτε αυτό σημαίνει πάλη είτε διαφυγή. Όμως ούτε αυτό αποδεικνύει ότι αισθάνονται φοβισμένα ή αγχωμένα, αυτό άλλωστε θα είχε πολύ σημαντικές συνέπειες στο πως τους φερόμαστε. Η κριτική στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτές οι ορμόνες, αν και συσχετίζονται με κάποια ανθρώπινα τουλάχιστον συναισθήματα, δεν σημαίνει ότι τα προκαλούν ή προκαλούνται από αντίστοιχα συναισθήματα στα μη ανθρώπινα ζώα. Όμως το ίδιο το βίωμα του συναισθήματος είναι που ενισχύει ή αποτρέπει συμπεριφορές που αφορούν την επιβίωση, συμβάλει στην αξιολόγηση του κατά πόσο μια ενέργεια φέρνει πιο κοντά έναν επιθυμητό στόχο ή όχι, στον καθορισμό των προτεραιοτήτων. Η προσέγγιση της MarianDawkins δεν φοβάται να μιλήσει για το ρόλο των συναισθημάτων και δεν αγνοεί την ύπαρξή τους επειδή δεν μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια, όπως άλλωστε και τα συναισθήματα των μη ανθρώπινων ζώων. Αν αρνηθούμε να δεχτούμε χωρίς αποδείξεις ότι τα μη ανθρώπινα ζώα δεν αισθάνονται, επειδή απλώς δεν είναι άνθρωποι και επειδή δεν μπορούν να μας το πουν στη δική μας γλώσσα, τότε έχουμε στα χέρια μας έναν άλλο τρόπο να μελετήσουμε τη συνείδηση.

Tο ζήτημα της συνείδησης των μη ανθρώπινων ζώων παραμένει ένα επίμαχο ζήτημα, σε μεγάλο βαθμό ένα επιστημονικό ταμπού, ενώ για τον κοινό νου είναι κάτι που υπάρχει αυτονόητα. Το ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές πιθανές ερμηνείες και προσεγγίσεις ενός φυσικού φαινομένου όμως, δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε την ύπαρξη του. Τον Μάρτιο του 2005 σε συνέδριο που διεξήχθη με πρωτοβουλία του Compassion in World Farming, οι Estiva Raus και David Olivier προτείνουν τη δημιουργία μιας Διακήρυξη της Συνείδησης όπου επιστήμονες και άλλοι στοχαστές θα συμφωνούν ότι: «Η συνείδηση είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου. Αυτό παραμένει αληθές όποιες δυσκολίες και να συναντούν η σύγχρονη φυσική και οι φιλοσοφίες του νου στην ερμηνεία της. Όταν η αδυναμία της γνώσης μας πυροδοτεί μια στάση συστηματικού σκεπτικισμού σχετικά με την πνευματική ζωή των ζώων με τρόπους που θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να δικαιολογήσουν παρόμοιο σκεπτικισμό σχετικά με την πνευματική ζωή των ανθρώπων, τότε αυτό που συμβαίνει δεν είναι επιστημονική σύνεση, αλλά αυθαίρετη προκατάληψη. Στην ειλικρινή αναζήτηση της γνώσης δεν χωρούν διπλά κριτήρια.»

Είναι παράξενο πως καθημερινά, επηρεασμένοι από την επιστημονική γλώσσα, συνηθίζουμε να μιλάμε για μηχανισμούς επιβίωσης και για νόμους της φύσης, αποδίδοντας σε αυτήν μέσα από το λόγο μας ένα ρόλο νέας, αν και στην πραγματικότητα της πιο παλιάς, θεότητας. Φαίνεται ότι είμαστε πιο διατεθειμένοι να πιστέψουμε οτιδήποτε εκτός του ότι κάθε έμβιο ον έχει συναίσθηση της ύπαρξής του την οποία αγωνίζεται να διατηρήσει. Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, αυτό θα σημαίνει ότι το κάθε ζώο που άμεσα ή έμμεσα σκοτώνουμε για τροφή, ένδυση, πειράματα, ή επειδή μπορούμε, αντιστέκεται απλά επειδή θέλει να ζήσει. Αυτή η παραδοχή προϋποθέτει και συνεπάγεται ριζικές αλλαγές στη δική μας ζωή.

Η επιστήμη αντανακλά και διαμορφώνει τη σπισιστική στάση της κοινωνίας και το ζήτημα της συνείδησης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αφεθεί αναπάντητο ως από τη φύση του άλυτο, ή ως αντιεπιστημονικό. Το ζήτημα των μη ανθρώπινων ζώων μαζί με την ηθική μας, και τις συνήθειές μας έρχεται να προκαλέσει και την επιστημονική σκέψη. Τόσο η μεθοδολογία όσο και οι απόπειρες ερμηνείας θα χρειαστεί να προσαρμοστούν στις ανάγκες της έρευνας της συνείδησης, ανθρώπινης η μη, και να την αναγνωρίσουν ως μία έστω άγνωστη μεταβλητή, και όχι απλά να την διαγράψουν από την εξίσωση. Η επιστήμη, μέσα στην αντικειμενικότητα της, θα πρέπει να σταματήσει να πολεμά όχι μόνο τον ανθρωπομορφισμό αλλά και τον ανθρωποκεντρική της καμπούρα.

Στο άρθρο τους οι Raus και Olivier συνεχίζουν: Είναι λάθος να ισχυριζόμαστε ότι πρόκειται για ένα θέμα όπου οι άνθρωποι αυθόρμητα εκφράζουν μεγάλη ποικιλία απόψεων. Η αλήθεια είναι ότι όλοι ξέρουμε ότι οι πάπιες, οι λαγοί, οι αγελάδες, έχουν συνείδηση. Αλλά οι άνθρωποι έχουν επινοήσει πολλά νοητικά τρικ για να αποδυναμώσουν αυτήν την αντίληψη. Αυτά τα τρικ επιτρέπουν την τρομαχτικής κλίμακας βαρβαρότητα απέναντι στα ζώα: μας προσφέρουν μια διέξοδο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ευθύνες μας ή με τη δική μας συνείδηση». Η στάση μας άλλωστε απέναντι στα μη ανθρώπινα ζώα είναι θέμα συνείδησης. Το πώς τους φερόμαστε εξαρτάται άμεσα από το αν συνειδητοποιούμε όλα αυτά που έχουμε δει, ακούσει, διαβάσει, υποψιαζόμαστε και γνωρίζουμε, ή αν τα στριμώχνουμε κάπου, σε κάποιο κουτάκι του νου, που δεν φτάνει η συνείδησή μας.